εναποδείκνυμαι


εναποδείκνυμαι
ἐναποδείκνυμαι (Α)
(το ενεργ. ἐναποδείκνυμι σπάνιο)
1. επιδεικνύω κάτι, εκδηλώνω ορισμένη διάθεση απέναντι σε κάποιον («τούτοις τήν μεγίστην οικειότητα ἐναπεδείξαντο», Πολύβ.)
2. αναδεικνύομαι μεταξύ άλλων, διακρίνομαι («οὐδένες ἐόντες ἐν οὐδαμοῑσι ἐοῡσι Ἕλλησι ἐναπεδεικνύατο», Ηρόδ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐναπεδείκνυντο — ἐναποδείκνυμαι exhibit imperf ind mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναπεδείκνυτο — ἐναποδείκνυμαι exhibit imperf ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναπεδείξαντο — ἐναποδείκνυμαι exhibit aor ind mid 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναπεδείξατο — ἐναποδείκνυμαι exhibit aor ind mid 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναπεδείξω — ἐναποδείκνυμαι exhibit aor ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναπεδείχθησαν — ἐναποδείκνυμαι exhibit aor ind pass 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναποδεικνυμένης — ἐναποδείκνυμαι exhibit pres part mp fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναποδειξομένους — ἐναποδείκνυμαι exhibit fut part mid masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναποδειξάμενος — ἐναποδείκνυμαι exhibit aor part mid masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐναποδειχθῆναι — ἐναποδείκνυμαι exhibit aor inf pass …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.